..ταξιδεύοντας ανάμεσα στις αποχρώσεις..

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

'Ζήτημα ζωής και θανάτου'



Δεν ξέρω τι τρομάζει περισσότερο

Να πέφτεις στο κενό δίχως κάτι να κρατηθείς
ή ένας κόσμος ολόκληρος να κρατιέται από πάνω σου

Πώς ν’ αφεθείς σε ένα άγγιγμα, σε μια ευθύνη
 όταν η δίνη του τρόμου δε σ’ αφήνει

Κοιταχτήκαμε στα μάτια και δεν κατάλαβες
πόσο πολύ σε χρειάστηκα

Κοιταχτήκαμε και δεν κατάλαβα
πόσο ανήμπορη ήσουν

Τώρα οι ρόλοι άλλαξαν

Στα μάτια ο ίδιος φόβος
η ίδια απαίτηση

Οι πληγές που δεν έκλεισαν
ζητιανεύουν γαλήνη

Ζήτημα ζωής και θανάτου
ετούτο το λάκτισμα
















Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

'Ήρωες πολέμου'



Πέπλο σιωπής η νύχτα των χειλιών μας 
στους ήλιους των ματιών σου πώς να καρποφορήσω
μια χούφτα χώμα είναι το ίδιο χρήσιμη
για ένα παρτέρι και έναν τάφο
μα η διαφορά τεράστια
βαραίνει η ευθύνη τις ώρες μας
Και τα λεπτά κλέφτες γίνονται των αναστεναγμών μας
Δεν ξέρω πόσες ευκαιρίες χρειάζεται
να πετάξουν πάνω από τα κεφάλια μας
για να θελήσουμε να φυτέψουμε
στις προσευχές μας αμάραντο
πόση πέτρα για να χτίσουμε στις σκέψεις μας γεφύρια
πόσα θύματα για να σηκώσουμε την ιστορία
απ' το πένθος
Γεράκο Χρόνε, στα στήθη σου φωλιάζουν οι ελπίδες μας 
κι οι σόλες σου τριφτήκαν στους ώμους μας
Στεφάνωσε τους ήρωες του πολέμου με χρυσό κι ασήμι
Και φέρε μας πατρίδα πάλι πίσω





http://www.newsbeast.gr/weird/arthro/605579/ena-uperoho-taxidi-se-anuparktous-topous




'Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε'




Απόψε ο δρόμος έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο 
έδειχνε να ξεμακραίνει αιώνες 
Τα σύννεφα μαζεύανε το άρωμα του παρελθόντος 
και σκοτείνιασε  ο τόπος 
Λίγα φώτα στο απέναντι λιμάνι 
η μόνη μας παρηγοριά 
Έτσι ξαπλωμένοι πάνω στα υγρά μας όνειρα 
έσταζαν τα δευτερόλεπτα μαρτυρικά θαρρώ 
Έσκυψες πάνω από τα μπλε σεντόνια, 
αποκαμωμένος 
και σου ψιθύρισα λίγα από τα τελευταία μου κέρματα 
ίσα να εξαγοράσω τη στιγμή με λίγο από τ' αύριο 
λίγο από κείνο το αεράκι του λιμανιού 
που πάντα υπόσχεται έναν προορισμό 
''Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε'' 
ήταν οι τελευταίες λέξεις  
πριν παραδοθούμε και οι δυο στο Άγγιγμα




'Εξωσωματική εμπειρία'




Κείνες τις ώρες ο χρόνος   
συρρικνώνεται σ' ένα μπουκάλι  
το μήνυμα σαφές, μα ποιός θα το βγάλει  
αιώνες σφηνωμένο  
αρκούμαστε απλά 
να περιγράψουμε το γυαλί  
Αν ήξερες   
Αν γνώριζες με τι μελάνι  
βαραίνει στο χέρι η υπογραφή  
άλλος ήχος θα έφτανε στα αυτιά σου  
ίσως άλλος και στα δικά μου   
Τουλάχιστον κράτα ακόμα στοργικά
στα χέρια σου την εμπειρία  
Θε να 'ρθει μέρα που μια γέννα θα μας δικαιώσει




 https://www.flickr.com/photos/pbo31/4889581740/





'Χειμερία Νάρκη'




Ερμητικά κλειστά
για χρόνια τούτα τα βλέφαρα
Και πως να μην αφήσει
κραυγή κι οδύνη η στιγμή
σε κάθε μια χαραματιά
θρηνούν τα ματόκλαδα
τη γύμνια τους
θρηνούν για τα πουλιά που ως τώρα
δεν ξαπόστασαν επάνω στις
παγωμένες κρήνες τους

Λες πως όλος ο καιρός είναι δικός μας
Και γω σου λέω πως ψηλώσαμε
και δεν ανθοφόρησαν ακόμα οι σκέψεις μας

Μου λες μα πάντα δεν έρχεται η Άνοιξη;
Και γω σου λέω πως πρέπει πρώτα
να βγάλουμε τούτο το Χειμώνα..


'Μυστήριο'




Δε χώραγε εξήγηση κείνη τη νύχτα
Μόνο στάχτες που ξαναπαίρνανε ζωή
Φωτιά που έσταζε πύρινες γλώσσες
Μα δεν καιγόταν το δωμάτιο
Μονάχα η σιωπή
Γέμιζε ο αέρας με ιδρώτα κι αίμα
και απαριθμούσε θύματα
ενώ συγχρόνως ανασταίνονταν
    οι δρόμοι προς το άπειρο
Βουτηγμένοι στο κόκκινο
Κοκαλωμένοι πάνω στη γύμνια του χρόνου
ακούγαμε τα βαγόνια που περνούσαν κι έφευγαν
έβγαιναν
κι έβγαιναν
και τελειωμό δεν είχε κείνο το τραίνο
Ευχόμουν να τελείωνε
– τραχύς και ορμητικός ο συριγμός –
Μα έπρεπε να αδειάσει όλο το μένος
Να μείνει μέρος
  για τους εναπομείναντες
  τους ήρωες και τους έρωτες
για της αγάπης γένος


Λίγο πριν συρθεί το πρωινό πάνω στα κορμιά μας
Έτσι όπως ήμασταν Ένα
Μια γλυκιά νάρκη πήρε τις αισθήσεις
 Και μετουσιωθήκαμε σε όνειρο


Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

'Προορισμός'




Μέσα μου υπάρχει πάντα μια θέση φυλαγμένη
Θες όμως η θολούρα του παρελθόντος
Θες λίγο το τζάμι του κόσμου τούτου
Δε βρήκα ακόμα τον τρόπο
να σε προσκαλέσω να κάτσεις
Να πιούμε μαζί στην υγειά
των περασμένων αιώνων

Είναι ίσως που ακόμα το όνειρο
μπλέκεται με την πραγματικότητα

που εκείνες οι σκιές ζητούν
λίγη αναγνώριση ή μιαν ακρόαση

ή που ο δρόμος δεν γνώρισε
ακόμα τον προορισμό του

Όπως και να ‘χει
Αυτή η θέση έγραφε πάντα τ’ όνομά σου
Πριν καν αντικρίσουμε ο ένας τα μάτια του άλλου



(oil on paper) - vissarion g





'Χαμένη αθωότητα'



Κάπου στη μέση
Χάθηκε η αθωότητα
Θα ‘λεγα πως την πήρε η βροχή
Μα εκείνη μοναχά ξεπλένει λάσπες
Είναι μάλλον που σταθήκαμε στα πεζοδρόμια
Και μας παρέσυραν τα βιαστικά αυτοκίνητα
Είναι ίσως που πιστέψαμε και τους περαστικούς διαβάτες
Ζητώντας οδηγίες που δείχνανε αδιέξοδα
Κι ναι ίσως που μετά ντυθήκαμε
μ’ αδιάβροχα κι ομπρέλες
χάνοντας έτσι κάθε επαφή
με τις σταγόνες που έπεφταν
 από ψηλά…

Για λίγα ψίχουλα...


 ...ξέμεινες να ζητιανεύεις στις γωνίες της πλατείας Βάθης
βουτώντας σε βρόμικα νερά
και τρώγοντας υπολείμματα
που ξέφυγαν απ' το όχημα καθαρισμού του δήμου

Κάθε βράδυ άδειαζες πάλι τις τσέπες του μυαλού 
να μη σκέφτεσαι
όλα τα  χρώματα που σε μπόρεσες να χρωματίσεις
και τους αιθέρες που δε μπόρεσες να σκίσεις
την ίδια ώρα
εκείνη που τα ρούχα σου κάποιος κουρέλιαζε
την ίδια ώρα 
εκείνη που τα νεύρα σου κάποιος
τα έπαιζε
σαν ξεκούρδιστη κιθάρα..

για λίγα ψίχουλα

και κείνη η γυναίκα που τις προάλλες πέρασε
πιο δίπλα
ταΐζοντας τα περιστέρια  
έμεινε να στέκει μες τον χαλασμένο καθρέπτη
- ποιός την άφησε να μπει μέσα; -  
ψάχνοντας για πεινασμένα βλέματα

ή κάποια υποψία φτερουγίσματος






















 






τίτλος φωτό : Σχίζοντας τους αιθέρες

captured: 11-01- 2015



 

'Βαρυποινίτες'




Τόσα χρόνια απομόνωση
Βαριά ποινή ορίστηκε πάνω στις φλέβες τους
Έπηξε το αίμα
Θόλωσε το βλέμμα
Γίνηκε η συνήθεια φίλος κι οδηγός

Μα του ελέφαντα
 – που από μικρός δέθηκε σε παλούκι –
δύσκολα θα του αλλάξεις γνώμη  
πως η ελευθερία απέχει μόνο μια απόφαση

Κι έπειτα σαν έξω στο προαύλιο πρώτη φορά εισήλθαν
– Πρώτη καθώς η μνήμες μίκρυναν στου χρόνου τα σεντόνια
κι έγιναν πάλι βρέφη –
Ήταν το φως μαχαίρια στις κόρες τους
Κάποιοι καταριούνταν την ώρα και τον τόπο
Μια βιασύνη, μια αφορμή και πάλι επιστροφή
στο ίδιο κελί
Άλλοι πάλι έψαχναν για κείνα τα γυαλιά
Γυαλιά - εισιτήρια στη θέα του προαύλιου  
Κι άλλοι πάλι έμειναν δίχως να κάνουν τίποτα
Τούτους πήρε το πρωινό φορτηγό αποκομιδής
μαζί με τ’ αλλά απορρίμματα

Κελί – Προαύλιο – Χωματερή
Όλα γεμάτα και άδεια συγχρόνως
Όλα ορατά κι αόρατα μαζί
Για μία θέση μέσα στο βλέμμα των άλλων
η φυλακή είναι πλήρης
Για μία θέση κάτω από τον ήλιο
δεν έχεις μέρος που να κρυφτείς..








'Διαφυγή'




Βγήκα έξω στη θύμηση μιας άλλης εποχής
Δεν είχε ακόμα ξημερώσει
Έτρεχα πανικόβλητη να προλάβω
Μην ξέροντας τι
Περαστικοί προσπέρναγαν λες και είχα μαγικές ιδιότητες
Κάποιο δακτυλίδι που με έκανε αόρατη
ενώ γινόμουν άρχοντας της αδυναμίας στην κόψη του
Το δάκτυλο πρησμένο κόντευε να κοπεί
Μα στα διανυκτερεύοντα δεν πούλαγαν καινούργια δάκτυλα
Και τούτο το μέταλλο είχε γίνει ένα με τη σάρκα μου
  
Οι κραυγές που έπεφταν στο πεζοδρόμιο έμεναν εκεί άταφες
ως άλλοι Πολυνείκαι
Κόκκινα ποτάμια που ζητούσαν να εκβάλλουν   
Μα κύλησαν στο διπλανό υπόνομο
και αυτοκτόνησαν μες την ψευδαίσθηση 
μιας θαλασσινής ελευθερίας


Κι έπειτα ξύπνησα..

Ακόμα μουδιασμένη από εκείνο το ‘όνειρο’
Μα δεν υπήρχε επιστροφή

Το σώμα έφερε αντίσταση
Σημάδια
Ένα κομμένο δάκτυλο
Σαν ηθοποιός σε λάθος ταινία
Εγώ ειδικεύτηκα στο θρίλερ και στο δράμα
Ο,τιδήποτε άλλο φάνταζε κωμωδία

Γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο
Τα πρώτα νήματα μπλέχτηκαν στη μύτη μου
Λεπτά μα μακριά
Ξεκινούσαν απ’ το κόκαλο και
διαπερνούσαν το ταβάνι της όρασής μου

‘μαχαίρια σκέφτηκα’

Μα τριγύρω μόνο σιωπή
Και μια πόρτα
Με δύναμη ανεξήγητη και φόρα
Έριξα την τελευταία βολή
Ακριβώς στο κέντρο των αναμνήσεων
Δίχως ντροπή


Έπεσα αναίσθητη



Όταν πάλι ανέκτησα αισθήσεις
Η πόρτα ήταν ορθάνοικτη
Και μαχαίρια φωτός έγλειφαν τα πόδια μου


      photo taken:  http://stavrochoros.pblogs.gr/tags/techni-gr.html