..ταξιδεύοντας ανάμεσα στις αποχρώσεις..

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

'Η πληγή'

   Έναν καιρό ξεκίνησε πάνω σε ένα σώμα να αναπτύσσεται. Αναπτύχθηκε κι αυτή παράλληλα με το σώμα..

    Δεν ανήκε στην κατηγορία των δακτύλων. Ούτε στα χαρακτηριστικά του κεφαλιού. Δεν άνηκε φυσικά ούτε στα ζωτικά όργανα της καρδιάς, των πνευμόνων, του εγκεφάλου.. Θα 'λεγε κανείς πως ήταν απλά ένα καταραμένο χιλιοστό πάνω σε κείνο το σώμα και να πεις ότι έσφυζε από υγεία.. Μα όχι, ήταν ένα χιλιοστό μιας ανοιγμένης Εκ-Δοράς. Έτσι θυμόταν πάντα τον εαυτό της. Πώς δημιουργήθηκε και γιατί, λίγο δύσκολο να περιγράψει κανείς. Όμως τούτη η εκδορά άρχιζε σιγά σιγά να μεγαλώνει. Έπειτα ήρθε η σήψη. Και λίγο λίγο άρχιζαν να σαπίζουν και τα γύρω κύτταρα.

    Πόση δυστυχία δεν ένιωθε η Εκ-Δορά.. Ποτέ δεν μπόρεσε να εισπράξει την ύπαρξή της σα ένα Δώρο. Συνήθιζε να κοιτάει τα δάκτυλα και τα πράγματα που μπορούσαν αυτά να πετύχουν. Κείνα τα κατορθώματα πάνω στα ασπρόμαυρα πλήκτρα ενός πιάνου. Τόσες μελωδίες.. Άλλοτε πάλι εκείνες τις αχνιστές μυρωδιές από τα φρεσκοζυμωμένα καρβέλια. Ακόμα και τον ιδρώτα που προκαλούσαν στο σώμα από την κοπιαστική εργασία τους. Η ζήλια άρχισε να τρυπώνει μες τους κόλπους της. Ιδρώτα και ευχαρίστηση από το μόχθο της ποτέ δε θα μπορούσε εκείνη να προκαλέσει. 
  
    Ύστερα κοιτούσε τα πόδια, πως έτρεχαν μεταφέροντας μηνύματα και φορτία. Θαύμαζε τη δύναμή τους, την ταχύτητά τους, ακόμα και το σχήμα τους. Πόσοι και πόσοι δεν θα 'διναν και τη ζωή τους ακόμα για ένα ζευγάρι πόδια. Κι άλλοι πόσοι υποκλίνονταν στην ομορφιά και την αύρα τους. Μέχρι και οι τρίχες από το κεφάλι κέρδιζαν πάντα της προσοχής. Αυτές... που ήταν εκεί μόνο για να τις φροντίσουν και κείνες απλά ζέσταιναν το κεφάλι με τη σειρά τους, φαρδιές πλατιές από την τόση περιποίηση. Είτε λίγες, είτε πολλές, πάντα έχαιραν σεβασμού. Το πλήθος τους αιχμαλώτιζε και καθήλωνε, ενώ η έλλειψή τους ως ένας μικρός θησαυρός φυλασσόταν, με ευλάβεια μεγάλη..

    Και τι να σκεφτεί για τόσα άλλα.. Τον εγκέφαλο, τα πνευμόνια, ή μήπως την καρδιά; Αχ αυτή η καρδιά! το κέντρο των πάντων... Τόπος συνάντησης, αφετηρία και προορισμός.. 
 
    Όχι δε μπορούσε να σκεφτεί παραπέρα. Πάντα σε τούτο το σημείο άρχιζε να αιμορραγεί – τα δικά της τα δάκρυα – και έτσι αναγκαζόταν να διακόψει κάθε σκέψη. Όμως στους ιστούς της ήταν καθαρά γραμμένο με κεφαλαία γράμματα, όσο κι αν προσπαθούσε να το ξεχνάει, ένα πράγμα: ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΚΑΙ ΓΩ ΑΓΑΠΗΤΗ..; ΕΓΩ ΜΙΑ ΠΛΗΓΗ ΠΟΥ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΩ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΓΑΖΩ ΑΙΜΑ..;

    Τα χρόνια λοιπόν πέρναγαν. Η Εκ-Δορά μεγάλωνε. Ένα βράδυ, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, είδε ένα όνειρο. Ήταν από κείνα που πάντα τα θυμάσαι και σάμπως να τα ζεις πραγματικά. Είδε έναν πιανίστα. Καθόταν μπροστά σε ένα μεγάλο και επιβλητικό πιάνο. Ο ίδιος ντυμένος με επίσημη φορεσιά. Στο βάθος υπήρχε η αίσθηση του κοινού, αλλά δε φαινόταν καθαρά. Απλά μια αίσθηση. Όλη η προσοχή ήταν πάνω στον πιανίστα. Επικρατούσε νεκρική σιγή. Τα χέρια του είχαν τοποθετηθεί πάνω στο πιάνο, μα ήταν εκεί ακούνητα. Δεν ξεκινούσαν να παίξουν κάτι. Για κάμποση ώρα μια ακινησία. Τότε ξαφνικά μπόρεσε να διακρίνει κάτω από το μαύρο φράκο κάτι να κουνιέται. Κι έπειτα η όρασή της άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη οξύτητα και διέκρινε με μεγάλη σαφήνεια... Ναι ήταν Εκείνη.. Ο εαυτό της... Ήταν εκεί , στα σπλάχνα του μεγάλου πιανίστα.. Η σηψαιμία της μεγάλη και τον εμπόδιζε. Τα δάκτυλα είχαν παραλύσει κι εκείνα από τον πόνο της. Τα πόδια επίσης. Το κεφάλι έστελνε μηνύματα σε όλο το υπόλοιπο σώμα. Όλο υπέφερε. Τα επόμενα δευτερόλεπτα μπόρεσε να διακρίνει κάθε ένα μέλος, κάθε μία σπιθαμή του σώματος ξεχωριστά. Όλα βρίσκονταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. 
 
    Σε λίγο άρχισε να απομακρύνεται. Απ' έξω ο πιανίστας φαινόταν απλά ένας ακούνητος άνθρωπος. Σαν κοκαλωμένος με τα χέρια τοποθετημένα πάνω στο πιάνο. Μελωδία δεν έβγαινε. Χειροκρότημα δε θα μπορούσε να ακουστεί.

    Τότε απότομα η εκ-Δορά ξύπνησε.. 
 
    Έντονη εφίδρωση την έλουζε. Κοίταξε τους κόκκινους ιστούς της. Διέκρινε έναν έντονο παλμό να ανεβοκατεβαίνει σαν ανοιχτή καρδιά. Κάθε λεπτομέρεια του ονείρου πλημμύρισε όλη της την ύπαρξη. Δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί... Πόσο σημαντική μπορεί να είναι η δική της κατάσταση για κείνες τις μελωδίες. Για τα καρβέλια και τα φορτία. Όλη της τη ζωή λυπόταν που δεν ήταν πόδι, χέρι ή τρίχα.. Τώρα μπορούσε απλά να λυπάται για τον πόνο της. Μα ναι, αν εκείνη ήταν καλά, θα ήταν καλά και όλο το σώμα. Αν έπαυε να είναι Εκ-Δορά, θα μπορούσε να είναι ένα υπέροχο Δώρο. Δε χρειαζόταν να απαρνηθεί τον εαυτό της. Απλά να τον θεραπεύσει. Είχε πάρει δεδομένο αυτό το στοιχείο στον εαυτό της. Μα κάτι που ανοίγει, μπορεί και να κλείνει. Κι έπειτα πάντα έβλεπε σαν αντίζηλους όλα κείνα τα όμορφα μέλη. Θα μπορούσε να γίνει φίλη μαζί τους. Και να ζητήσει τη βοήθειά τους. 
 
    Από τότε, όποτε άκουγε μελωδίες πιάνου, κάποιο κεφάλαιο μέσα της άρχιζε να κλείνει . Λίγο λίγο, χρόνο με το χρόνο, η ζωή άρχιζε να διαμορφώνει πάνω της κάτι πολύ όμορφο. Ακόμα και κείνα τα σημάδια που έμειναν, είχαν να διηγηθούν τη δική της ιστορία. Κάποια βράδια, όταν τα μάτια ψαχούλευαν για παρηγοριά, πολλές φορές κοντοστέκονταν πάνω της και αγαλλίαζε τότε όλο το κορμί.

   
  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου