..ταξιδεύοντας ανάμεσα στις αποχρώσεις..

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

'η ΛΥΠΗΜΕΝΗ βελανιδιά'




Μια φορά και έναν καιρό κάτω από το γαλάζιο του ουρανού ζούσε μια γριά βελανιδιά. Εκεί που έμενε, στην κορυφή ενός μικρού λόφου,  είχε πάντα σύννεφα και η λιακάδα είχε ξεχάσει να απλώσει τις ακτίδες τις και να αγκαλιάσει το μέρος που έμενε η βελανιδιά μας για πολύ καιρό.
Έτσι μήτε τα ζώα πλησίαζαν εκεί κοντά, μήτε πουλιά  και η φτωχιά βελανιδιά ήταν έρημη σαν την καλαμιά στον κάμπο.
   Θα ‘λεγε κανείς πως είχε συνηθίσει πια τόσα χρόνια.. Είχε μάθει ίσως να μην έχει φίλους ούτε να βλέπει τον ήλιο. Όμως όσο γέρναγε, και όσο ζάρωνε ο κορμός της άρχισε να μεγαλώνει μέσα της και μια μικρή κουφάλα. Καθώς τα χρόνια πέρναγαν η κουφάλα όλο και έπιανε μεγαλύτερο χώρο στο κέντρο του κορμού της και η βελανιδιά μας όλο και στενοχωριόταν γιατί κανείς δεν υπήρχε για να κουρνιάσει μέσα. Μέρα με τη μέρα άρχισε να λυπάται τον εαυτό της και να νιώθει εντελώς άχρηστη.
   Ένα μεσημέρι, συνηθισμένο όπως όλα τα άλλα, ανάμεσα από τα αγριόχορτα που φύτρωναν τριγύρω, ένας μικρός σκίουρος ξεπετάχθηκε χοροπηδώντας κρατώντας στο χέρι του ένα βελανίδι. Η βελανιδιά δεν πίστευε στα μάτια της. Δε μίλησε. Κράτησε ακίνητα τα κλαδιά της προσπαθώντας ακόμα και τα φύλλα της αν γινόταν να συγκρατήσει, όμως ο άνεμος την πρόδιδε πάντα και έτσι  ένα θρόισμα ακουγόταν απαλά..

Ποιος είναι αυτός ο ξένος και τι θέλει στο σπίτι μου;!!’ σκέφτηκε

Ο σκίουρος με ένα… δύο …..τρία ‘χοπ’ είχε ανέβει κιόλας πάνω στον κορμό της βελανιδιάς, βρήκε με τη μία την κουφάλα, και έβαλε μέσα το βελανίδι του σε μια άκρη βαθιά, ενώ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο…χοπ… χοπ… εξαφανίστηκε πάλι πίσω από το λόφο.

Η βελανιδιά  τα ‘χασε. Τι ήταν τούτο πάλι; Έτσι ξαφνικά μέσα στην ηρεμία της και βρέθηκε τώρα με ένα ξένο σώμα μέσα στην κοιλιά της. Δε μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα αυτό που είχε γίνει.. Όλη τη νύχτα δε μπορούσε να ηρεμήσει. Κούναγε τα κλαριά της, τα φύλλα της, έγερνε από δω, έγερνε από κει. Και δεν έφταιγε ο αέρας.

Έτσι αρκούσε ένα μικρό βελανίδι για να φέρει τα πάνω κάτω στη γειτονιά της κυρίας βελανιδιάς.

Δεν πέρασαν  πολλές μέρες και να σου ‘τσουπ’, ένα μεσημέρι συννεφιασμένο όπως όλα τα άλλα…
…χοπ…χοπ…χοπ…
Με τρεις δρασκελιές ένα δεύτερο βελανίδι βρισκόταν μέσα στην κουφάλα της βελανιδιάς. Ο μικρός κουβαλητής αυτή τη φορά δεν έφυγε αμέσως. Περιεργάστηκε λίγο το χώρο γύρω του, όχι όμως σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Βασικά έδειχνε μια σιγουριά και σαν να αναγνώριζε αυτό τον κορμό από παλιά. Μετά από λίγο ο μικρός μας φίλος πήδηξε έξω από την κουφάλα και χάθηκε πάλι πέρα από το λόφο.

Η βελανιδιά άρχισε να σκέφτεται διάφορα πράγματα. Όλη τη μέρα σκεφτόταν. Και πάντα το βράδυ έμενε μόνη με τις ερωτήσεις της και χωρίς καμία απάντηση.

Μέσα σε λίγους μήνες η μεγάλη κουφάλα είχε αρχίσει να γεμίσει με βελανίδια. Λίγο λίγο και πάντα η ίδια δουλειά. Κάποια στιγμή η βελανιδιά αποφάσισε πως δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση.

Πρέπει να του μιλήσω’ σκέφτηκε με σιγουριά.

Έτσι και έγινε. Περίμενε μια δυο μέρες και δεν άργησε πάλι να φανεί ο σκίουρος, αυτή τη φορά μάλιστα κράταγε δυο βελανίδια με έναν ανεξήγητο τρόπο στα μικροσκοπικά του χεράκια. Η βελανιδιά περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Μόνο που ο σκίουρος δεν πήγε προς την κουφάλα όπως όλες τις άλλες φορές. Αντίθετα πλησίασε προς τη ρίζα της, έβαλε το ένα βελανίδι δίπλα και κάθισε επάνω του, ενώ άρχισε να μασουλάει κάπως αργά το άλλο. Παρά την μεγάλη της έκπληξη, η απόφαση είχε παρθεί, και έτσι χωρίς να χάσει χρόνο:

-Επιτέλους ποιος είσαι; Kαι τι κάνεις μέσα στην κοιλιά μου; Δε βλέπεις ότι εδώ δεν υπάρχει κανένα άλλο ζώο, κανένα πουλί, κανένα αυγό ή τσόφλι, παρά μόνο αγριόχορτα και μια άδεια κουφάλα?

Ο σκίουρος συνέχισε για λίγο να ροκανίζει το βελανίδι του και μετά από λίγο σταμάτησε, έτσι που ακουγόταν μόνο το θρόισμα από τα φύλλα της βελανιδιάς για κανα λεπτό.
Στο τέλος με μια γλυκιά λεπτή φωνούλα σήκωσε τα τεράστια μάτια του προς τα πάνω, κοίταξε τη βελανιδιά στο πρόσωπο, και είπε:

- Μα εδώ είναι το σπίτι μου..

Η βελανιδιά τα ‘χασε. Θύμωσε, αλλά κρατήθηκε και συνέχισε ακόμα συγκρατημένη:

- Το σπίτι σου;! Εδώ;! Στην κοιλιά μου, την κουφάλα αυτού του γέρικου κορμού;!!

- Και εδώ.. συνέχισε με τη γλυκιά φωνούλα του.. Έχω μεγάλο σπίτι. Κοίτα!.. Ο λόφος, ο κάμπος, το ποτάμι… η θάλασσα.. μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου και ακόμα παραπέρα.. Και είναι ωραίο το σπίτι μου. Είναι όμορφο. Και σε αυτό μπορούν και μένουν οι φίλοι μου...

 Ανοιγόκλεισε μια δυο φορές τα αμυγδαλωτά μάτια του και συνέχισε..

- Έχω και πολλούς φίλους.. Και γι’ αυτό φροντίζω το σπίτι μου. Για να είναι όμορφο για τους φίλους μου.

Η βελανιδιά δε μίλαγε. Τα φύλλα της για ώρα δε τα αισθανόταν, παρά μόνο όταν ένιωσε ένα φυλλαράκι να ξεκολλάει από το πάνω κλαδί της και να πέφτει αργά στο χώμα, δίπλα στο βελανίδι που καθόταν ο σκίουρος. Ξαφνικά θυμήθηκε πόσο γέρικη ήταν και ζαρωμένη..

- Αυτός ο λόφος είναι από τα αγαπημένα μου σημεία. Ξέρεις, φαίνεται από όλον τον κάμπο, ξεχωρίζει. Και όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο περισσότερο φαίνεται και η κορυφή του που είναι λυπημένη. Όμως δε χρειάζεται να είναι λυπημένη.

Η βελανιδιά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως από πάνω, στον ουρανό, για πρώτη φορά δεν υπήρχαν σύννεφα. Έβλεπε τον ήλιο να λάμπει. Πάνε πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που είχε δει ξανά τον ήλιο. Και τώρα οι ακτίδες του έφταναν μέχρι τα κλαδιά της, αγκάλιαζαν τα φυλλαράκια της, τύλιγαν όλο τον κορμό της. Δεν ένιωθε πια γριά. Ήταν χαρούμενη. Μέχρι να γυρίσει το βλέμμα της ξανά κάτω, ο σκίουρος είχε φύγει. Ένα σαλιγκάρι βρισκόταν κοντά στο φυλλαράκι που είχε πέσει πριν από λίγο, δίπλα από το βελανίδι που καθόταν ο σκίουρος. Δυο τρία πουλάκια σε λίγο φτερούγισαν και έκατσαν πάνω στα κλαδιά της. Και σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται και άλλα ζώα και πουλιά τριγύρω..
 Από κείνη τη μέρα ο ήλιος πάντα έλαμπε πάνω από το λόφο. Ακόμα και όταν έρχονταν μικρά συννεφάκια, δεν κάθονταν πολύ, διαλύονταν με τον άνεμο. Έτσι τα ζώα έφτιαξαν στη βελανιδιά μια μεγάλη φωλιά και έζησαν καλά και εμείς καλύτερα.. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου