..ταξιδεύοντας ανάμεσα στις αποχρώσεις..

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

'Το φιλί του Ιούδα..'



Μια γη γυρίζει ακόμα
Και το βράδυ έρχεται
 δίνοντας φιλί στη μέρα
Σαν την υπόσχεση που αντέχεται
 μόνο στης ανατολής το βλέμμα
Ανοχή θολή μες στην πρωινή πάχνη
Τυλίγει όλα τα ανάποδα
Να πειστεί άλλη μια
Για κείνη τη σταθερότητα
Και την αδιάκοπη τροχιά
Μα στο πρωινό αγουροξύπνημα
Ένα δεν μπόρεσε
Ένα δεν είδε
Ένας Ιούδας που δεν πρόλαβε
 και πάλι εδώ
Να ζητιανεύει λίγη συμφιλίωση
 αιώνια..








Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

'Το άγγελμα της ελευθερίας'



Αηδόνι βραχνιασμένο
Πόσο φώναξες;
Πόσο κάλεσες;
Μένεις τρομαγμένο
στο κλουβί
Δίχως έμπνευση
Μοναχά μια θύμηση
θολή
απ’ τα παλιά τραγούδια
απ’ τις παλιές απόπειρες
να σπάσεις το γυαλί
και τωρα προσπαθείς ν’ αποδείξεις
πως δεν είσαι ψάρι


Μα δεν πρόκειται για την τροφή
Ούτε καν για τη μετάλλαξη
Πρόκειται για κείνες 
 τις βουβές νύχτες του καλοκαιριού
που έριξαν στο ράμφος σου
 το άγγελμα της ελευθερίας






Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

'Αντήχηση'



Βραδιάζει
Σκεπάζεσαι και πάλι πόλη με χρυσάφι
Λεπτό σεντόνι που δε φτάνει
για να σε κάνει πλούσια, να σε ζεστάνει

Τι κι αν η κόμη σου ριχτή στη πλάτη
εκβάλλει μες τη θάλασσα άγριο ποτάμι
Τι κι αν λουλούδια στα μαλλιά και δάφνες
σου φέραν περιστέρια στην παλάμη

Τι κι αν χορεύανε αγγέλοι
στα πρώτα σου τα βήματα την ρύση
Τι και αν κατέβει ο ουρανός
στη γη να σε βρει να σε ντύσει

Πως σου δοθήκανε δυο ήλιοι μάτια
χρυσάνθεμα ν’ ακολουθούν τον ήλιο
Φεγγάρι πρόσωπο θερμή παράκληση
στης λησμονιάς γλυκό αντίδοτο

και πάλι

Χίλιες ευχές δε φτάνουνε
Όλη η θάλασσα του κόσμου
Να σκύψεις από πάνω, μέσα
Κανένα βαυκάλημα ή κλάμα
Αν δεν γυρίσει του ήλιου η πτέρνα

Μια φωνή αυτή η αντήχηση
Λίγο πριν σβήσουνε τα άστρα
Ολοκληρώνοντας συνίζηση
Θα χεις στο στόμα σου το θάμα 




















The Birth of Venus (Botticelli)

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

'Ανάστημα'



Φυσάει απόψε αγέρας
Τα δέντρα αγκομαχούν 
    και τα πουλιά σκορπίσαν
Μια συμφωνία σε λα μινόρε
Πρώτη φωνή μπαίνει η βροχή
και ψέλνει κάτι από δάκρυ:
Τα κυπαρίσσια στον αγέρα λυγίζουν
μόνο για να ξανασηκωθούν
και το ανάστημά τους
ενώνει τον ουρανό με τη γη
σαν προσευχή

Φυσάει απόψε αγέρας
Τα δέντρα αγκομαχούν
Τα πουλιά σκορπίσαν
Τα κυπαρίσσια ξανασηκώνονται


στη Μαρία

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

'Υποσυνείδητο'





Ορίζοντες με αναμμένους δαυλούς
Οι πύλες της δύσης προσμένουν
Κείτεται απόψε η ματιά
Απλωμένη στις όχθες του ονείρου
Χωρίς λέξεις να λύσει
απ’ του βυθού τα πώματα
Παρασέρνοντας ωσάν ρουφήχτρα συναισθημάτων
κι εκείνα τα τρεμάμενα κοχύλια
που ακόμα
αυτί δεν ηύραν
   να του ξυπνήσουν όλη τη θάλασσα
χέρι δεν ένιωσαν
   να τα κεντήσει φυλαχτό   
Τα αστέρια θα έλεγαν
αρκεί να τα μέτραγες
μέχρι της αυγής το αναφιλητό
τα κρύψει στου εαυτού τα φράγματα πιο πίσω

Καθώς η μέρα τραβάει πάλι τα σκεπάσματα του επιστητού
κάποιο άστρο δύει χωρίς να γίνει αντιληπτό
μέσα στην πρωινή πάχνη



Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

'Ο κουβαλητής'


  Σαν να έχασε το δρόμο του
Σαν τρελό μέσα στον κόσμο του
Ίσως παράταιρο
Τι γύρευε εκεί και όχι στο δέντρο;
Λίγο να φύσαγε και θα το σκέπαζε το χώμα
Θα το πάταγε ένα πόδι
Θα το έπνιγε μια μπόρα
Λίγο και δε θα πρόσεχε κανείς
— κανένα δάκτυλο —
Μικρός αόρατος κουβαλητής
Με το σταυρό ένα σώμα

   απόσπασμα από την 
   ποιητική συλλογή 'Μικρόκοσμος'

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

'απόσπασμα'




Έκλεισα τα μάτια και παραδόθηκα στο φώς σου
Μου σκούπισες τα δάκρυα και εξαφάνισες 
και τον τελευταίο λυγμό
Και τότε με πήρες μαζί σου --


Κρατώντας το χέρι σου πέταξα πάνω από τον ωκεανό
Μύρισα τη δροσιά και ένιωσα την αρμύρα 
να τυλίγει το κορμί μου
Άρχισα παιχνίδι στον αφρό,  χορεύοντας με τα δελφίνια σου
και όπως άνοιγε διάπλατα η ψυχή μου
οι ηλιαχτίδες σου εισχώρησαν σε κάθε σκοτεινή γωνιά
και έντυσαν με ελπίδα το ανεμοδαρμένο σώμα
αντανακλώντας ζεστασιά εσωτερικά… βαθιά
Βάλσαμο στις πληγές που αιμορραγούσαν--
Μου πέρασαν άνθη στο λαιμό, 
με στόλισαν με δυο κατάλευκα φτερά
και τότε ήρθαν οι γλάροι σου
Άρχισα να σχίζω τον ουρανό μαζί τους
και η ψυχή μου γελούσε με δάκρυα χαράς 
καθώς με μάθαιναν να πετάω
Ο τόπος είχε πλημμυρήσει χρυσάφι
Καθρεπτιζόμουν σε κάθε στάλα των νερών σου
Πρώτη φορά έβλεπα να λάμπει έτσι το είδωλό μου --

Στο βάθος άσπρα σύννεφα πήραν μορφή..
Και στο λεπτό μια μουσική πανδαισία ξεχύθηκε στο αγέρα
Εκατομμύρια μουσικοί  είχαν αρχίσει 
να ξετυλίγουν νότες χαράς
πάνω σε πέντε χρωματιστά τόξα που ένωναν
τη γη με τον ουρανό – Πελώριες μουσικές γέφυρες 
που θα αιχμαλώτιζαν και την καρδιά του πιο σκοτεινού 
και απόμακρου ταξιδιώτη,
οδηγώντας τη σε μέρη ανεξερεύνητα, σε μέρη απάτητα --

Κι όπως η αγκαλιά σου έλιωνε και το τελευταίο 
ίχνος κρυστάλλου στο χιονόνερο της ψυχής μου, 
όπως ξεψυχούν και οι τελευταίες νιφάδες
πάνω στα φωτολουσμένα απόκρημνα βράχια 
όταν ξεγυμνώσουν όλη την αλήθεια τους 
κάτω από τη λάμψη του ήλιου..
 με σκέπασες με αέρινο σεντόνι --
και τότε αφέθηκα στην Πνοή σου 
καθώς άρχισε απαλά να συλλαβίζει
..τους τελευταίους ήχους της αγάπης…






Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

' Αποδήμηση '



 Μπορεί κάποτε να μιλάμε πάλι
για τους στίχους
τα βιβλία
και για τα χρώματα
μπορεί πάλι κάποτε να συζητάμε
πάνω στα πράγματα
κι η ανταλλαγή να είναι νόμιμη
Άλλωστε η Αποδήμηση έχει πάντα
υπόσχεση δεμένη στο να χέρι 
και στο άλλο ράμματα
που μόλις αλλάξει ο καιρός
την τραβούν
να της θυμίσουν πως έρχεται
ο Γυρισμός
Και έτσι ετούτο το ‘μπορεί’
μέσα στα χέρια σκάβεται σαν τάφος
και προσδοκά ανάσταση νεκρών
Όσο για την απόσταση
— αυτή που ο χρόνος και ο χώρος
ζωγραφίζει πάνω στα μνήματα—
πώς να μην έλθει η παύση;
Πως να μιλήσουμε για τους
στίχους
τα βιβλία
ή τα χρώματα
αν δεν κυλήσει το δάκρυ των στεναγμών;







' Μεταμορφώσεις '




Είναι πολύ να σου πω
Πως το χθες
δεν συμβαδίζει με το σήμερα;
Εχτές άλλη ήμουν
Σήμερα μεταμορφώθηκα
Απλώθηκαν τα πανιά μου σ’ εκείνες τις σειρήνες
Και η συνέπεια έφυγε
Μαζί με την ευδαιμονία
Η υπομονή μου γέλασε
Και η κυρίες του βυθού
Την έπλασαν σε εμμονή
Την χάραξαν στο πρόσωπο με μαύρες σκιές
Και με μωβ χρώματα στο στόμα
Το βλέμμα άλλαξε
Και βράχηκε στο χθες
Με αναμμένο σώμα
Ψάχνοντας κορμί να ασελγήσει

Είναι πολύ να σου πω
  πως μεταμορφώθηκα;
Δεν πρόλαβα να καταλάβω πως
Μόνο φωνές
Πολλές
Πώς να τις αγνοήσεις;
Λεγεώνα που υποτάχθηκε
σε λίγα σύννεφα
— Είναι κατάλληλη η ώρα τώρα
  αν θέλεις να μιλήσεις —


Είναι πολύ να σου πω αστόχησα;
Σ’ άλλο νησί
κι άλλη γραμμή ήθελα να ακολουθήσω
Και αν η Ιθάκη μου κάπου με περιμένει
Απόψε δεν αισθάνομαι Οδυσσέας
Ίσως μια ξένη

Δεν είμαι ούτε Πηνελόπη, ούτε και σκύλος
Είμαι μια ξένη
Που περιμένει την Ιθάκη να ‘ρθει στα πόδια της


Είναι πολύ να μην πω τίποτ’ άλλο;




' Νεκρή φύση '





Πετούν γύρω τα μελίσσια
Παίρνουν τη γύρη
Και τα δέντρα μεγαλώνουν
Ανεξάρτητα
Με το δίπλα
Παράλληλα
Με το δίπλα
Και το δίπλα μεγάλωσε
Ψήλωσε, ντύθηκε χρώμα
Θα ‘λεγες πως σε λίγο θα εκκολαφθεί
Τα σούρτα φέρτα, εντός
Μια αναμονή, συνεχώς
Μα τώρα κοιτώ
Και τόσο μοιάζει με τις πέτρες
Γυμνό και άδειο
Εντός
Σκορπίστηκαν οι μέλισσες?
Το μέλι δε θ’ άντεξε να τις κρατήσει
 σ’ αυτά τα κεραμίδια..



'Αγγελιοφόρος' – Α’ μέρος


Σε ποιας πέτρας κάθισμα;
Σε ποιας ευχαριστίας άνθισμα;
Που φαίνονται οι γλάροι να προσκυνούνε
  και πάλι να αναλήπτονται;
Ξέρω – Γίναν τα λάθη κηλιδωμένος χάρτης
Να θρέψει την άγνοια με χαρτί αδιάβαστο
Αχώνευτο
Άψητο κρέας σερβιρισμένο με καρυκεύματα
Μα τα πράγματα έχουν το όνομά τους
Γιατί βάλθηκες να το αλλάξεις;
Ας μάθουμε πρώτα να συλλαβίζουμε
  και ύστερα έρχονται και οι απολαύσεις
Ύστερα έρχεται και η ποίηση
Το άλφα και το ωμέγα
  περικλείουν όλη τη θάλασσα
Το δέος κάτω από την επιφάνεια
  σε κείνη τη διώρυγα
  που ψάχνεις να περάσεις
Ατενίζοντας τη μάχη των ανέμων
  να μην κλάψεις
είναι προάγγελος μιας νηνεμίας

Και μη παρεξηγήσεις
Αυτά είναι λίγα βότσαλα που φύλαξα 
   μέσα στη τσέπη μου 
   ένα καλοκαίρι
Τα βγάζω κάθε τόσο και τα κοιτώ
Τ’ αφήνω πίσω μου να μην χαθώ
Και πάλι τα ξαναμαζεύω
Αυτά έχω να προσφέρω
Δεν είναι υπόσχεση
Δεν είναι λογική
Είναι μονάχα πρόθεση
Ανάγκη
Ευχή
Είναι η γεύση της αλμύρας
Και ο χρόνος που τα κέντησε
Η προσευχή
Κάποιου αστερία η τελευταία αναπνοή
που μετέφερε ένα μήνυμα






'Αγγελιοφόρος' – Β' μέρος




Ξεβρασμένα συναισθήματα
  σ’ ακτές και ποιήματα
Και επανέρχομαι
Γιατί η θέα από δω δεν άλλαξε
Ή ίσως η αλλαγή δεν φαίνεται
 – πόσο να εστιάσει κανείς;
Φωτογραφία μαγική εικόνα
Ψάξε τις ομοιότητες
Καμία μηχανή δε θα μπορούσε να συλλάβει
Ίσως ένα χέρι
Αλλά και πάλι
Μονάχα του Θεού το βλέμμα
  γράφει με ποίηση
Κι η αλήθεια ντύνεται όλα τα χρώματα
Στου χεριού και του μυαλού την αχρωματοψία
  εκείνος ο αστερίας μοιάζει κουτσός
  με ειδικές ανάγκες φτωχός φρουρός
  της ακροθαλασσιάς
  που λήστεψαν κάποια παιδιά
  π’ αρνήθηκαν να μεγαλώσουν
Κι ενώ ο χρόνος τη μηχανή σκεβρώνει
  Ειδικές δυνάμεις στρατολογούν
  τ’ αστέρια της θάλασσας




'Παύση'




Τι χρώμα παίρνει η θάλασσα  μετά το κύμα?
Τι γεύση παίρνει ο άνεμος μετά το βήμα?
Μετά τη λέξη, η στιγμή πως κατακτιέται?
Να ρωτήσω για να έρθει η παύση
Και σ’ αυτήν να βρω ότι χάθηκα
Άλλη μια
Μοναξιά
Το χρώμα σου όταν δίνεις
στη θάλασσα
στον άνεμο
στις στιγμές
θα σε εκτιμήσω μοναχά
αν μου δώσεις κάποτε
λίγο από γαλάζιο
λίγο από δροσιά
λίγο από τραγούδι






' Γραμματόσημο '




Έτσι για να ενθυμούμαστε
Όχι πως αυτοσυντηρούμαστε
Στερούμαστε βασικών αρχών
Απλά θεωρούμασταν πρότυπο αυτών
Και τώρα πωλούμαστε έναντι ποσών
βρώμικων και νοθευμένων
Όλα είναι βρώμικα και νοθευμένα
Οι σκέψεις, τα όνειρα
Οι εισπνοές
Ο χρόνος
Οι αισθήσεις, το μέλλον, το παρελθόν,
Μπορεί και το παρόν
Ποιος το ζει το παρόν
Ποιος είναι δω τώρα;
Εσύ είσαι εδώ τώρα;
Αν είσαι, αφουγκράσου με..
Για να χω μια δικαιολογία
όταν θα τελειώνω αυτές τις γραμμές
όταν θα πετάω αυτό το τσιγάρο
όταν θα γυρίζω το βλέμμα μου
για να το ξαναστρέψω πίσω
να σε συναντήσω
Αίμα στάζω
Θα με αντέξεις
Θα με χωρέσεις
Που θα με βάλεις να μην μιλάω
αλλού απ’ όπου ήμουν
Εκεί θα βόλευε
Μα κόπηκε και η ουρά μου
για να σε ευθυμήσω
Και για να κλείσω
επειδή καν δεν πρόλαβα να αρχίσω
σου στέλνω ένα γραμματόσημο
Δε βρήκα ψιλά να το ταχυδρομήσω
Πάρ’ το για γούρι
Υστερόγραφο:
το έχω φτύσει…



--Ευλογημένα--

Πράξη πρώτη


Και είδα ένα όνειρο
Εσύ κι ο εαυτός σου στα σκοτάδια
Και δεν έψαχνες τίποτα..
Ξανά για τρία βράδια
Το έβλεπα
Την τρίτη ημέρα 
Από την πόρτα βγήκες
Και βρέθηκες δίπλα στη θάλασσα


Πράξη δεύτερη

Μια αιώρηση – σαν βήματα –
Ανέμελη
Κι η τρίτη ηλικία – σαν πρώτη –



Πράξη τρίτη

Το κύμα στο ‘να χέρι
Ο βράχος στο άλλο
Δροσιά και ζεστασιά ταυτόχρονα
Ασήμι και χρυσάφι
Σαν μπύρα αφρισμένη
Να πιωθεί η πρόκληση
Και οι αναστεναγμοί


Πράξη τέταρτη

Συναυλία σε δάσος από χλόη
Ο μαέστρος διάβασε
Το σπουργίτι διάβασε
στη γη τον ουρανό
και σιώπησε


Πράξη πέμπτη

Ατενίζω το βρεγμένο παγκάκι
που φλερτάρει με την παρουσία
μιας καλοκαιρινής ανάμνησης.
Δυο θαλασσινές δάφνιες
 τρέχουν να ξεφύγουν απ' τον ήλιο
που έπεσε στα πόδια τους
Χιλιάδες σταγόνες δελφίνια
που φτάνουν μέχρι το δεύτερο όνειρο
και αφήνουν τα ίχνη τους
πάνω στην επανάληψη.


Πράξη έκτη

Άραγε πόσες ευκαιρίες να 'ρθουν
σαν άγρια άλογα να εξημερώσω?



Πράξη έβδομη


Κάτω απ’ τα πολυτελή σκεπάσματα
Ο χρόνος ξεδιψά τώρα τις σκέψεις του
Ευλογημένα.




‘Αϋπνία’

Οι ήχοι μεγάλα παιδιά που το παιχνιδι τους
έστησαν πιο κάτω
 - αυτός μικρός για να τον παίξουν -
Κρυφοκοιτά
Και τι δε θα ’δινε για μία ώρα ανεμελιάς

Μόνο οι ώρες, τα λεπτά δίπλα του τρέχουν
σα τις σταγόνες τις βροχής αρχίζουν γνέφουν
έξω να βγει να τις γευτεί,
μαζί τους να χορέψει
-ω, τι ελευθερία, τι ανεμελιά-
και όσο δίνουν
   μαζί τους πάει σ' όλα τα μέρη
τα γκρίζα και τα πιο στενά
   στα πιο ψηλά, τα πιο βαθιά
και τόσο δίνουν
βρίσκει στο δρόμο θάλασσα
   φωτιές, γρίφους και άρματα
πως να αντέξει;
μέσα στο σύννεφο ολόκληρο είναι τώρα
-το δέρμα του έχει πια μουσκέψει-
ταξίδι μ' αιθέρες να φυσούν
και τι δε θα ’δινε για μια στάση
Και ενώ η ξέφρενη τροχιά
   δεν βρίσκει ένα λιμάνι
εκείνα τα παιδιά βροντούν τα πρώτα πρωινά
παιχνίδια
δυο πόδια στη σκάλα να φεύγουν για δουλειά
μια βρύση που άνοιξε, ο βήχας από τσιγάρο
κι οι πρώτες υποψίες φωτός εισχωρούν στο δωμάτιο
   χαϊδεύοντας τα χρώματα αυτού του πίνακα στη γωνία
   μιλώντας στην κουρτίνα πότε αυστηρά, πότε γλυκά
   τσαλακώνοντας τη νύχτα και τις φαρδιές τις ικεσίες

Σαν σεντόνι παίρνουν τα βλέφαρα και τον σκεπάζουν..
          αργά αργά..