Κύλαγαν οι ώρες στα ίδια αυλάκια
Κάθε δωμάτιο και στεναγμός
Κάθε στεναγμός και διήγηση
Έσυρε να φτάσει στον πάγκο
κολυμπώντας
Τα πιάτα είχαν λιμνάσει μες τις
σκέψεις της
Μηχανικά άρχισε να πλένει
‘Θεέ μου, ποτέ δε θα ‘μαι βάρκα
με κουπιά’
ψέλλιζαν τα χείλη
ψέλλιζαν τα χείλη
σαν απ’ τα χέρια της έπεσε ένα
κουτάλι
Μικρό, από πορσελάνη
Και με την πτώση κόπηκε
Χωρίστηκε στα δυο
Με δίχως σκέψη το ‘πιασε
Μαζί με τ’ άλλα το ‘βαλε
— Και με μισό μπορούσε
τη ζάχαρη να ρίξει μες το ποτήρι
—
Κι όπως βρεγμένο, με λίγες
σταγόνες καλυμμένο
Καθρέφτης γίνηκε από του ήλιου
αχτίδες
Τα μάτια της να ντύσει με χίλιες
δυο ελπίδες

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου